Όταν οι πόρτες κλείνουν”, καλούμαστε όλοι ν’αναμετρηθούμε με τους δαίμονές μας, ακόμα κι αν κάποτε το αρνούμαστε – σε συνειδητό επίπεδο – πεισματικά… Και όταν αυτή η “αναμέτρηση” τελείται ερήμην μας αναφύονται βροχή, καμουφλαρισμένοι πια, οι δαίμονές μας με τη μορφή της θλίψης, του άγχους, της ανίας, των νευρώσεων, των ψευδαισθήσεων και αμέτρητων άλλων αδιεξόδων που απρόσκλητα μεν, ανενόχλητα δε συνοδεύουν όλη την καθημερινότητά μας…

Όταν οι πόρτες κλείνουν”, λοιπόν, είναι η συνθήκη αλλά και ο τίτλος του πρώτου βιβλίου του Άρη Κωστόπουλου, που αφορά στην οδυνηρή περιπέτεια ενός πετυχημένου καθηγητή Φιλοσοφίας, του Σ, ο οποίος περνώντας μέσα από την κατάθλιψη, άδραξε την ευκαιρία να επαναπροσδιορίσει τη ζωή του, μήνυμα τελικά αν όχι υπεραισιόδοξο – πώς θα μπορούσε άλλωστε, θα άγγιζε τα όρια της αφέλειας – σίγουρα ενθαρρυντικό, ανθρωπίνως εφικτό και ακριβώς γι’αυτό ρεαλιστικό!

Με ανεπιτήδευτη γραφή, λιτό ύφος, φειδωλό εκφραστικών ωραιοποιήσεων ο συγγραφέας πετυχαίνει την άμεση και ουσιαστική μετάδοση των συναισθημάτων, των σκέψεων, των κινήτρων των ηρώων, οι οποίοι έτσι αποκτούν συγκινητική οικειότητα με καθέναν από εμάς. Ο καθένας μας θα μπορούσε να είναι ένας απ’αυτούς· η ταύτισή μας πολύ εύκολη, κάτι που προσμετράται στις αρετές του βιβλίου.

Η ιστορία ξεκινά νύχτα με την αναφορά στην ένδειξη ενός επιτοίχιου ρολογιού αλλά και στην επίμονη σκιά στον τοίχο του δωματίου του Σ, προσήμανση της βαριάς σκιάς που θα πέσει στη ζωή του, της κατάθλιψης, που, εκτός των άλλων, θα τον ταλαιπωρήσει αναφορικά και με το χαμένο χρόνο της ζωής του, όταν αυτή έχει δαπανηθεί για άσκοπες όπως τις έκρινε εκ των υστέρων, επιλογές… Σταδιακά και με προσεγμένη κλιμάκωση παρουσιάζονται τα ψυχοσωματικά συμπτώματα, οι σκοτεινές σκέψεις και η αίσθηση ματαιότητας, ο φόβος του θανάτου, η ντροπή και οι ενοχές… Όλα αυτά με τη σειρά τους οδηγούν στην αναπόδραστη εμπλοκή των διαπροσωπικών του σχέσεων με την αγαπημένη του σύντροφο, τη Δ, αλλά και με τον κολλητό του φίλο, τον Α, που τους συνέδεαν τόσα πολλά! Κανένας δεν μπορεί να τον καταλάβει αλλά και σε κανέναν δεν μπορεί να εξηγήσει το αδιέξοδο στο οποίο έχει περιέλθει και το οποίο τον ωθεί να αναζητά και να ανατέμνει την ύπαρξή του, το νόημα της ζωής του, τις αιτίες της απόγνωσής του, την καταλυτική επιρροή ανθρώπων επάνω του, όπως της πεθαμένης μητέρας… Κάποιες προσπάθειες ανάκαμψης αποβαίνουν άκαρπες και τον βυθίζουν περισσότερο στην άβυσσό του…

Σε μια αφήγηση τριτοπρόσωπη με αφηγητή ετεροδιηγητικό ιδιαίτερη σημασία αποκτούν τα σημεία που αποδίδονται σε ευθύ λόγο, που είναι όσα περιέχουν κυρίως τους διαλόγους ανάμεσα στους δύο φίλους, τον κεντρικό ήρωα Σ και τον φίλο του Α και που συνοψίζουν τη συγκλονιστική υπαρξιακή συνθήκη της προβληματικής επικοινωνίας, επιβεβαίωση της σαρωτικής ανατροπής που φέρνει η κατάθλιψη στις ανθρώπινες σχέσεις…

Όμως, το τέλος του βιβλίου, δικαιώνοντας τη θέση πως “μόνο η τέχνη και ο έρωτας κοιτάζουν κατάματα το θάνατο” κομίζει την ελπίδα που προέρχεται μετά από συνειδητοποίηση και συνειδητή επιλογή να βιωθεί η ζωή, η ζωή η ζώσα, ως μοναδικό νόημα ζωής…

Κι έτσι στις τελευταίες σειρές του βιβλίου, ακριβώς όπως στις πρώτες, ο Σ βλέπει και πάλι το ρολόι στο δωμάτιό του· μόνο που τώρα το ενεργοποιεί, του δίνει “ζωή” και ο χρόνος αρχίζει και πάλι να κυλά…

Ευγνώμων για ένα βιβλίο – αφορμή για άλλο ένα εσωτερικό ταξίδι, για άσκηση ενσυναίσθησης, για έρωτα προς τη ζωή, για κάθαρση!