Γράφει ο Ραφαήλ Παπαδόπουλος

Πρόσφατα έπεσε στα χέρια μου το βιβλίο “Γιαγιά Φιλιώ η Μικρασιάτισσα” (γνωστό επίσης με τον τίτλο “Τρεις αιώνες μια ζωή”) της Φιλιώς Χαϊδεμένου και ως βιβλιόφιλος αποφάσισα να το διαβάσω. Και το διάβασα, με μια ανάσα.

Το βιβλίο αποτελεί την αυτοβιογραφία της γιαγιάς Φιλιώς, η οποία σε ηλικία 99 ετών (το 1998) αποφάσισε να μαγνητοφωνήσει, με τη βοήθεια της κόρης της και των εγγονών της, τις μνήμες της από τη Μικρά Ασία, την μεγάλη Καταστροφή του 1922, την Κατοχή και τις κακουχίες που βίωσε στον ελλαδικό χώρο. Το έργο χωρίζεται σε τρία τμήματα. Την μεγαλύτερη έκταση του βιβλίου καταλαμβάνει η διήγηση της ζωής των ανθρώπων στη Μικρά Ασία και πιο συγκεκριμένα στα Βουρλά (μια πόλη κοντά στην Σμύρνη). Στις περίπου ογδόντα σελίδες, που καλύπτει αυτό το μέρος, η γιαγιά Φιλιώ διηγείται τις συνήθειες των ντόπιων, τα ήθη και τα έθιμα, τις γιορτές ακόμη και κάποια παραδοσιακά γιατροσόφια των ανθρώπων που κατοικούσαν στην Μ. Ασία πριν την καταστροφή του 1922. Το τμήμα αυτού του βιβλίου είναι ένα καθαρά ηθογραφικό έργο, που αξίζει να διαβαστεί από οποιονδήποτε ενδιαφέρεται να μάθει πως ήταν η ζωή τον περασμένο αιώνα στην άλλη πλευρά του Αιγαίου, πριν να αρχίσουν οι δύο λαοί τις συγκρούσεις.

Το δεύτερο μέρος του έργου καλύπτει την άφιξη των Ελλήνων στα παράλια της Μ. Ασίας, την μεγάλη καταστροφή του 1922 και την άφιξη των προσφύγων στην μαμά –πατρίδα Ελλάδα. Σε αυτό το σημείο του έργου εκφράζεται το εύλογο παράπονο της ξεριζωμένης αφηγήτριας: Γιατί δεν διδάσκονται στα σχολεία οι πραγματικές πτυχές της Καταστροφής; Ακόμη, γίνεται λόγος για την απάνθρωπη άσχημη συμπεριφορά που δέχτηκαν οι πρόσφυγες, παρά τις προσδοκίες τους για βοήθεια, τόσο από τον ύπατο αρμοστή της Σμύρνης Στεργιάδη, όσο και από την ελληνική κυβέρνηση του Γούναρη. Χαρακτηριστικά παραθέτω ένα απόσπασμα από το βιβλίο (σελ. 12): “Έστειλε ένα τηλεγράφημα στην κυβέρνηση και ξέρετε ποια ήταν η απάντηση; Δεν ήταν τρομερή – ήταν ανεκδιήγητη. Ο Γούναρης απάντησε: «Πρόσεξε! Προτιμώ να πέσει και το τελευταίο μικρασιάτικο κεφάλι από τον Κεμάλ παρά να μου στείλεις εδώ την αναρχία!»”

Και εκτός αυτού, όταν πλέον είχαν επιβιβαστεί και είχαν αφήσει πίσω τους την Μ. Ασία, στα λιμάνια της μαμάς – πατρίδας παρέμεναν εντός των πλοίων με την δικαιολογία ότι δεν μπορούσαν να δεχτούν άλλους. Και έτσι τα πλοία ταξίδευαν από λιμάνι σε λιμάνι και οι πρόσφυγες εντός τους παρέμεναν πεινασμένοι και ταλαιπωρημένοι.

Στο τρίτο μέρος του βιβλίου η αφηγήτρια Φιλιώ διηγείται τα γεγονότα που έζησε στην Κατοχή, περιπλανώμενη, πάλι, από πόλη σε πόλη αυτή τη φορά, από την Αθήνα πήγε με την οικογένεια της στην Κοζάνη και από κει στην Θεσσαλονίκη, αλλά και την συγκίνηση όταν κατάφερε κάποια στιγμή να επισκεφθεί τον τόπο που γεννήθηκε και έζησε μέχρι την ηλικία των 23, τα Βουρλά. Από εκεί έφερε ένα κομμάτι μάρμαρο από τα θεμέλια του σχολείου που φοιτούσε και λίγο χώμα από τα πάτρια εδάφη, και τα τοποθέτησε στο μνημείο των Μικρασιατών στην Ν. Φιλαδέλφεια “για να έχει «γνήσιο, ματωμένο χώμα»” (σελ. 214) όπως χαρακτηριστικά αφηγείται. Η κίνηση αυτή μας δίνει να καταλάβουμε πως ποτέ δεν ξέχασε την πατρίδα της, όπως και κάθε πρόσφυγας που απομακρύνθηκε βίαια από τον τόπο που γεννήθηκε και μεγάλωσε.

Το βιβλίο αυτό αποτελεί μια ιστορική αναδρομή της πρόσφατης ιστορίας της Ελλάδας, από την πλευρά μίας αυτόπτη μάρτυρα που περιγράφει τα γεγονότα όπως τα έζησε. Η αφηγήτρια κατακρίνει την ανάρμοστη συμπεριφορά των ανθρώπων που ήταν στην εξουσία την περίοδο εκείνη, αλλά και την μη αποδοχή των προσφύγων από τους Έλληνες που κατοικούσαν στον ελλαδικό χώρο. Προκαλεί έναν έντονο προβληματισμό στον αναγνώστη: Μα γιατί να γίνονται όλα αυτά;

Αποφάσισα να κλείσω τη δημοσίευση μου αυτή με ένα ποίημα της ίδιας της Φιλιώς Χαϊδεμένου (σελ. 221) που εκφράζει κατά την γνώμη μου όλους τους πρόσφυγες:

“Πλαγιάζω για να κοιμηθώ, μα ύπνος δεν με παίρνει,

η σκέψη μου στο πατρικό το σπίτι μου με φέρνει.

Ψάχνω να βρω την πόρτα του και τα κλειδιά ν’ ανοίξω

κι ακούω μια άγνωστη φωνή να με καλησπερίζει·

να με ρωτά: «Τι θες εδώ; Δεν ειν’ δικό σου τώρα».

«Άσε», της λέω, «για να μπω, να δω τη κάμαρη μου,

εκεί που έπαιζα μικρή με τ’ άλλα μου τ’ αδέρφια,

εκεί που σαν κοπέλεψα έβλεπα στον καθρέπτη

και τα παλικαρόπουλα έβαζα στο μυαλό μου.

Να κατεβάσω το σοφρά, να στρώσω τραπέζι,

να δω τριγύρω τους γονιούς, τ’ αδέρφια καθισμένους

και τη χαρά που ένιωθα να ξανανιώσω πάλι».”

 

Βιβλιογραφία:

Φιλιώ Χαϊδεμένου, Γιαγιά Φιλιώ η Μικρασιάτισσα, εκδόσεις Ο Μωβ Σκίουρος, 2017.