Δώρα Καρούτα

Τον Μάρτιο του 2021 η χώρα μας συμπληρώνει επισήμως 200 χρόνια από την Επανάσταση που τη νομιμοποίησε στο χάρτη των εθνών- κρατών. Συνεπώς, αποτελεί το εναρκτήριο σημείο αναφοράς και ύπαρξης του έθνους γενικά και της εθνικής συνείδησης και ταυτότητας ειδικά.

Είμαστε θεατές ή και ενεργοί συμμετέχοντες, όσοι από εμάς συγκαταλέγονται στον ακαδημαϊκό κλάδο, σε διάφορες προσπάθειες εορτασμού αυτής της επετείου, κυρίως μέσα από διαλέξεις και συνέδρια. Έχουμε όμως αναρωτηθεί, ως Έλληνες, ως επιστήμονες, ως πολίτες, οποιαδήποτε ιδιότητα κι αν επικαλεστούμε, έχουμε στ’ αλήθεια αναρωτηθεί το πώς προσεγγίζει, αναλύει κι αντιλαμβάνεται ο “άλλος”, ο “δυνάστης”, ο “κατακτητής”, ο εν προκειμένω σύγχρονος Τούρκος Ιστορικός και πολίτης την Επανάσταση του 1821;

Στην προσπάθεια όσο το δυνατόν ορθότερης απάντησης, με την ερευνητική προσέγγιση, από πλευράς μου, κρίνεται αναγκαία μια σύντομη επιδερμική αναφορά των ιστορικών γεγονότων της περιόδου.

Επί Σουλτάνου Μαχμούτ Β’, η Ελληνική Επανάσταση του 1821 διαδραματίστηκε σε δύο φάσεις, αυτή του Φεβρουαρίου υπό τον Αλ. Υψηλάντη στις περιοχές της Βλαχίας και της Μολδαβίας και σε αυτή της εδραίωσης τον Μάρτιο του ίδιου έτους. Μια Επανάσταση με αναφορές στις προγενέστερες, δυτικές επαναστάσεις, με εμφανείς τις επιρροές από την Αμερικανική και τη Γαλλική Επανάσταση. Σε αρκετά κείμενα της εποχής εξάλλου, διαφαίνεται ο θαυμασμός και η προσδοκία συσχέτισης τους με τη Δύση. Μια Δύση, όμως της οποίας οι ιδέες και η πνευματική πορεία ήταν άρρηκτα συνδεδεμένες με την Αρχαία Ελληνική και Ρωμαϊκή Ιστορία.

Επιγραμματικά, η πορεία της έμοιαζε δυσοίωνη, μετά τις αρχικές νίκες, μιας και μεσολάβησε ο εμφύλιος πόλεμος μεταξύ των “Στρατιωτικών” και των “Πολιτικών”, ήδη από το 1823. Έτσι, η άφιξη του Ιμπραήμ με τις δυνάμεις του κλόνισε τα έως τότε κεκτημένα. Η αντιμετώπιση του ήταν κυρίως από τη μεριά των Μεγάλων Δυνάμεων, οι οποίες είχαν ήδη αλλάξει στάση απέναντι στην Επανάσταση, με πρώτη την Αγγλία σε αυτό. Αν και δεν συμπεριλαμβάνεται στη θεματική της παρούσας δημοσίευσης ο ρόλος των Προστάτιδων Δυνάμεων, Αγγλίας- Γαλλίας- Ρωσίας, αξίζει να αναφερθεί πως η αλλαγή “πλεύσης πορείας” τους σε μεγάλο βαθμό οφειλόταν σε οικονομικούς και γεωστρατηγικούς κυρίως λόγους, καθώς και στους μεταξύ τους ανταγωνισμούς στην περιοχή της Μεσογείου. Έπειτα, λοιπόν, από την επιτυχή παρέμβαση των προαναφερθέντων δυνάμεων και τις μάχες που ακολούθησαν, με κυριότερες αυτή του Φαλήρου και τη ναυμαχία του Ναυαρίνου, η έκβαση της Επανάστασης ήταν πλέον θετική.

Η αναγνώριση δεν άργησε. Επικυρώθηκε την 3η Φεβρουαρίου 1830 στο Λονδίνο, με το ομώνυμο πρωτόκολλο, το οποίο αναγνώρισε το ανεξάρτητο ελληνικό κράτος. Η δημιουργία του αποτελούσε την επισφράγιση της νίκης επί των Οθωμανών, οι οποίοι έμοιαζαν σχεδόν ανίκητοι τα πρώτα χρόνια.

Το ελληνικό κράτος ήταν το πρώτο ανεξάρτητο που δημιουργήθηκε στην Ευρώπη τον 19ο αιώνα, προερχόμενο έπειτα από Επανάσταση κι αυτό την καθιστά όχι απλά ένα περιφερειακό γεγονός στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, αλλά σημαίνον κομμάτι και της Ευρωπαϊκής Ιστορίας.

Πώς αναλύεται όμως αυτό το γεγονός της Ελληνικής Επανάστασης στην τουρκική ιστοριογραφία;

Αρχικά, η Επανάσταση του 1821 στην τουρκική ιστοριογραφία της οθωμανικής περιόδου ακόμα, αναφερόταν ως “Εξέγερση του Μοριά”, η λέξη επανάσταση και ό,τι αυτή συνεπάγεται δε χρησιμοποιούνταν ούτε τότε, ούτε και μετά την ίδρυση της Τουρκικής Δημοκρατίας. Τότε μάλιστα όλο και πιο συχνά παρατηρείται η χρήση του όρου “ξεσηκωμού”.

Από πολύ νωρίς, επί Μαχμούτ Β’ γράφτηκαν τα πρώτα ιστορικά έργα επί του θέματος. Σε αυτά εκφράζεται για πρώτη φορά το αίσθημα θυμού για τους Έλληνες. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία έχασε ένα από τα σημαντικότερα μιλλέτ, το ρουμ μιλλέτ. Η σημασία και η ιδιαίτερη θέση που κατείχαν οι Έλληνες ορθόδοξοι στην οθωμανική αυτοκρατορία, φαίνεται κυρίως μέσα από τη θέση και το ρόλο τόσο του Πατριάρχη, όσο και των Φαναριωτών, οι οποίοι ήδη από τον 17ο αιώνα ξεκίνησαν τη σύνδεση τους με τον οθωμανικό κρατικό μηχανισμό. Σε αυτά τα πλαίσια η Επανάσταση του 1821 ερμηνεύεται ως σήψη της εσωτερικής πολιτικής των Οθωμανών, φθορά δηλαδή της κεντρικής διοίκησης, αλλά  και ως εξωτερική παρέμβαση των ξένων δυνάμεων. Μία παρέμβαση που μεταφράζεται ως “τιμωρία” στην αδιάφορη στάση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας απέναντι στις ευρωπαϊκές επαναστάσεις.

Μετά την ίδρυση της Τουρκικής Δημοκρατίας επί Κεμάλ, άλλαξε η ιστοριογραφική τάση της ουδετερότητας που αναφέρθηκε παραπάνω εκτενώς, και τη θέση της πήρε η εθνοκεντρική τάση, που περιλάμβανε αλλαγή και της εικόνας των Ελλήνων. Είναι αυτοί που “άνοιξαν την πρώτη πληγή” στο σώμα της Ιστορίας της Τουρκίας πλέον. Ενδεικτικό αυτού, είναι η αναφορά του Πατριάρχη ως προδότη, χαρακτηρισμός ο οποίος αποδόθηκε εν γένει και στο ελληνικό έθνος. Τα επιχειρήματα στήριξης αυτής της ερμηνείας αφορούν κυρίως τον κλονισμό της εμπιστοσύνης ως προς τους Έλληνες. Γι’ αυτό και οι επαναστάσεις που ακολούθησαν εντός της αυτοκρατορίας δεν προσεγγίζονται με την ίδια τακτική. Η Ελληνική Επανάσταση αποτελεί για τους Τούρκους ουσιαστικά το τραύμα της εθνικής τους μνήμης, ακριβώς για το λόγο της ξεχωριστής θέσης που κατείχε το ρουμ μιλλέτ. Αυτή η αλλαγή γίνεται κατανοητή μόνο εάν αποβάλλουμε τις “παρωπίδες” και αντιληφθούμε τη χρησιμότητα της ύπαρξης ενός “εχθρού” πάνω στο οποίο βασίζεται η δημιουργία εθνικής ταυτότητας, η δημιουργία εσωκεντρικής- εθνικής ιστορίας. Κι αυτό είναι κάτι που ισχύει για όλες σχεδόν τις διαδικασίες δόμησης των εθνών.

Συνοψίζοντας, τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια στην Τουρκία παρατηρείται γενικευμένη προσπάθεια αλλαγής της εικόνας του “άλλου” στα ιστορικά βιβλία. Οι αρνητικές ιδέες και προσεγγίσεις έχουν μειωθεί αισθητά, ενώ η περίοδος του 1821 συνεχίζει να αποτελεί “θέμα- ταμπού”, γι’ αυτό και παραγκωνίζεται από τα τουρκικά διδακτικά βιβλία. Η Ελληνική Επανάσταση, παρόλα αυτά, παραμένει ως το εθνικό τραύμα, για το οποίο δεν υπάρχει κυρίαρχο αφήγημα. Δεν αναλύονται τα γεγονότα, δεν υπάρχει δεύτερο επίπεδο ερμηνείας και οι όποιες διάσπαρτες αναφορές περιορίζονται σε γενικεύσεις του τύπου “η εξέγερση του προδότη Έλληνα”, απότοκο της οποίας ήταν η απώλεια ευρωπαϊκών εδαφών. Αποτελεί δηλαδή καθαρά μία επιφανειακή ιστορική προσέγγιση, καθόλα κατανοητή αν τη συσχετίσουμε στη γενικότερη προσπάθεια δόμησης του τουρκικού έθνους. Αρκεί να σκεφτούμε με νηφαλιότητα, χωρίς συναισθηματισμούς. Ανάλογης αντιμετώπισης, εξάλλου, έτυχε και ο “ατυχής πόλεμος του 1897” στην ελληνική ιστοριογραφία, ακόμη μέχρι και πριν λίγες δεκαετίες. Με λίγα λόγια, η τουρκική αυτή τάση της ιστοριογραφίας, σχετίζεται με το βήμα της δόμησης καθαρά εθνικού χαρακτήρα. Σκοπός στις μέρες μας είναι το επόμενο σκαλοπάτι, της αποδόμησης, που ερμηνεύει κι αναλύει το “εγώ”, χωρίς να στηριχτεί στον “άλλον”. Η κατανόηση του εαυτού, του κάθε ιστορικού υποκειμένου, του κάθε έθνους, συσχετίζεται πλέον, με την κάθαρση της συλλογικής μνήμης, συνεπώς και της ιστορικής συνέχειας. Πάντα με βάση τις αλλαγές, σε όλα τα επίπεδα, ιστορικά, κοινωνικά, πολιτικά, και τις απόρροιες αυτών των αλλαγών. Το βήμα αυτό στην ιστοριογραφία της Τουρκίας δεν έχει γίνει ακόμα μαζικά και συνολικά, αν και υπάρχουν σχετικές προσπάθειες.

Προτεινόμενη Βιβλιογραφία:   

1) Esra Ozsuer: Οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος

2) Θ. Βερέμης - Ι. Κολιόπουλος: Νεότερη Ελλάδα. Μια Ιστορία από το 1821

3) Κ. Κωστής: Τα κακομαθημένα παιδιά της Ιστορίας

About Δώρα Καρούτα

Φοιτήτρια Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων Προσωπικά ενδιαφέροντα-ενασχολήσεις αρχειακή έρευνα, προφορικές μαρτυρίες και καταγραφές, αρθρογράφος στην τοπική εφημερίδα "Πεντάλοφος" του Πολιτιστικού Συλλόγου Πενταλόφου Κοζάνης, μέλος διοργανωτικής ομάδας του προαναφερθέντος Συλλόγου όσον αφορά πολιτιστικά δρώμενα Βραβεία:

  • Εκπροσώπηση Δ. Μακεδονίας στο διαγωνισμό σύνταξης σύντομου άρθρου 2016, του Υπ.Παιδείας
  • Βραβείο Συμμετοχής στο λογοτεχνικό διαγωνισμό ποίησης της Ένωσης Λογοτεχνών Β.Ελλάδος, 2019