(Στη φωτογραφία : Έλληνες πρόσφυγες λαμβάνουν ανθρωπιστική βοήθεια στο Χαλέπι της Συρίας, μάλλον στα μέσα του 1923. Η λεζάντα της φωτογραφίας που σώζεται στη Βιβλιοθήκη του Κογκρέσου στις ΗΠΑ, αναφέρει πως 12.000 Έλληνες πρόσφυγες έλαβαν βοήθεια από τον αμερικανικό Ερυθρό Σταυρό)

Στη σημερινή δύσκολη συγκυρία της έξαρσης του προσφυγικού, η κλιμάκωση του ρατσιστικού λόγου και των αντίστοιχων πρακτικών είναι δυστυχώς ένα καθημερινό γεγονός. Ένα σύνηθες εύλογο επιχείρημα απέναντι σε θιασώτες μιας αντιπροσφυγικής ρητορικής είναι το γεγονός πως και η Ελλάδα υπήρξε διαχρονικά μια χώρα μεταναστών, ενώ και οι πρόσφυγες του 1922 αποτελούν πάντα μια ζωηρή εικόνα του τι εστί ξεριζωμός και προσφυγιά. Το προσφυγικό δράμα του 1922 καταλαμβάνει μια κεντρική θέση τόσο στην επίσημη ιστοριογραφία, όσο και στη συλλογική συνείδηση, χωρίς όπως φαίνεται να διδάσκει κάτι σε πολλούς από τους απογόνους των ανθρώπων που πριν από 98 σχεδόν χρόνια διέσχισαν κυνηγημένοι το Αιγαίο. Η στήλη έχει ασχοληθεί ξανά με το ζήτημα των Ελλήνων που κατέφυγαν στο εξωτερικό και του ρατσισμού που δέχτηκαν στην περίπτωση της Αμερικής (Σπύρος Μπόμπολης, Κάποτε ήσουν κι εσύ μετανάστης, κάποτε ήσουν κι εσύ θύμα ρατσισμού … 24 Νοεμβρίου 2019). Ένα όμως διαφορετικό παράδειγμα, το οποίο μοιάζει με πραγματική ειρωνεία της Ιστορίας, αφορά τους Έλληνες πρόσφυγες, οι οποίοι κατέφυγαν στη Συρία, για τον ίδιο λόγο που σήμερα οι Σύριοι πρόσφυγες παγιδεύονται στα ελληνικά σύνορα. Τον πόλεμο.

 Η παρουσία των πρώτων Ελλήνων προσφύγων στο Χαλέπι και τη Δαμασκό της τότε υπό οθωμανική κυριαρχία Συρίας χρονολογείται στο 1860 κατά τη διάρκεια σφαγών των χριστιανικών πληθυσμών στην υπό οθωμανική κυριαρχία Βόρειο Αφρική. Πολλοί εξ αυτών μεταφέρθηκαν τελικά στην Ελλάδα, όπου αντιμετώπισαν τη δυσπιστία των ντόπιων, λόγω της προέλευσής τους. Το δεύτερο κύμα χρονολογείται στα 1882, όταν η επανάσταση στην Αίγυπτο καταστάλθηκε με επέμβαση των βρετανικών και γαλλικών δυνάμεων, η οποία κι έθεσε τη χώρα υπό βρετανικό έλεγχο. Οι Έλληνες της Αιγύπτου αποτέλεσαν μια «παράπλευρη απώλεια» της επιχείρησης στην οποία συμμετείχαν κι ελληνικές δυνάμεις, ως σύμμαχος των Βρετανών. Μέσα στο χάος που προκλήθηκε από το βομβαρδισμό και την καταστροφή της Αλεξάνδρειας από τους ευρωπαϊκούς στόλους, δεκάδες χιλιάδες Έλληνες, κατέφυγαν ως πρόσφυγες είτε στην ελληνική επικράτεια, είτε στη γειτονική Συρία, με πολλούς να επανέρχονται τα επόμενα χρόνια στην υπό βρετανική πλέον κυριαρχία, Αίγυπτο, εγκαινιάζοντας μια περίοδο ακμής της εκεί ελληνικής κοινότητας.

 Κατά τον 20ο αιώνα, τα πρώτα σύννεφα εμφανίστηκαν κατά την περίοδο 1914 – 1918, όταν οι εθνικές εκκαθαρίσεις από το καθεστώς των Νεότουρκων κατά των χριστιανικών πληθυσμών και των Ασσυρίων, έγιναν η αιτία να καταφύγουν εκ νέου προσφυγικά κύματα στην περιοχή της Συρίας, η οποία κατελήφθη από τα συμμαχικά βρετανικά και γαλλικά στρατεύματα.

 Το μεγαλύτερο και σοβαρότερο ωστόσο προσφυγικό κύμα προήλθε μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή του 1922 και τον ξεριζωμό του ελληνικού πληθυσμού από τον Πόντο έως την Κιλικία, η οποία επικυρώθηκε και από τη Συνθήκη της Λοζάνης το 1923. Υπολογίζεται ότι ένας αριθμός 17.000 προσφύγων από τις παραπάνω περιοχές κατέφυγε στην περιοχή της Συρίας. Mετά τη λήξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και τη διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, η περιοχή είχε περιέλθει στην κυριαρχία της Γαλλίας. Οι γαλλικές αρχές, εστιάζοντας στο να εδραιώσουν την κυριαρχία τους, καταστέλλοντας βίαια τοπικές εξεγέρσεις, δεν έδειξαν την παραμικρή διάθεση μέριμνας για τους Έλληνες πρόσφυγες, η κατάσταση των οποίων φαίνεται πως ήταν τραγική. Οι συνθήκες βελτιώθηκαν με την παροχή ανθρωπιστικής βοήθειας από τον Ερυθρό Σταυρό, αλλά και τον ντόπιο πληθυσμό. Η ιστορική μελέτη των γεγονότων είναι αρκετά δύσκολη, καθώς τα διαθέσιμα στοιχεία για τους Έλληνες πρόσφυγες είναι ελάχιστα και η βιβλιογραφία δεν έχει εστιάσει στο συγκεκριμένο ζήτημα. Οι λεπτομέρειες για την τύχη του συνόλου των προσφύγων είναι θολές. Φαίνεται πως ένας μεγάλος αριθμός τους μεταφέρθηκε τελικά στην Ελλάδα με ελληνικά πλοία μετά από γαλλική απαίτηση, ενώ στα μέσα του 1923 αναφέρθηκε πως υπήρχαν ακόμα μερικές χιλιάδες Έλληνες στην περιοχή, οι οποίοι αντιμετωπίζουν ακόμα δύσκολες συνθήκες διαβίωσης. Ένα ποσοστό κατέφυγε αλλού, ενώ η μη εχθρική αντιμετώπιση από τους Σύριους επέτρεψε σε πρόσφυγες να παραμείνουν εκεί ενδυναμώνοντας τη μικρή έως τότε ελληνική κοινότητα με επίκεντρο τη Δαμασκό και το Χαλέπι. Η τελευταία επιβίωσε κατά τα ταραχώδη χρόνια που ακολούθησαν και τον αγώνα των Σύριων κατά της γαλλικής αποικιοκρατίας.

 Μια ακόμα ενδιαφέρουσα περίπτωση καταφυγής Ελλήνων προσφύγων στη Συρία, έλαβε χώρα το 1942. Με την Ελλάδα να βρίσκεται υπό κατοχή, πάνω από 30.000 νησιώτες, κυρίως από τη Σάμο, την Ικαρία, τη Χίο, τη Λέσβο, τη Λήμνο, αναγκάστηκαν από τις πολεμικές συνθήκες και ιδιαίτερα την πείνα, λόγω του ναυτικού αποκλεισμού της κατεχόμενης χώρας από τους Συμμάχους, να καταφύγουν με τις οικογένειές τους ως πρόσφυγες στην αντίπερα όχθη του Αιγαίου, προκειμένου να επιβιώσουν. Μέσω Τουρκίας οι πρόσφυγες κατέληγαν στο Χαλέπι της Συρίας, της οποίας η ευρύτερη περιοχή ελεγχόταν από τους Συμμάχους, κι εκεί το Γενικό Στρατηγείο της Μέσης Ανατολής αναλάμβανε τον καταμερισμό τους στις χώρες της Μέσης Ανατολής, ακόμα και της Αφρικής για όσο διαρκούσε ο πόλεμος.

 Ελληνική παρουσία στις δύο μεγάλες πόλεις της Συρίας υπήρξε και μετά την ανεξαρτησία της χώρας από τη Γαλλία το 1946 και κατά τη διάρκεια του υπόλοιπου 20ου αιώνα, με τις συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή και την εγκαθίδρυση του κοσμικού καθεστώτος στη Συρία υπό το κόμμα Μπάαθ από τη δεκαετία του 1960 έως σήμερα, που η χώρα καταρρέει υπό το βάρος της εμφύλιας σύρραξης κι εξωτερικών «επεμβάσεων».

 Οι παραπάνω περιπτώσεις δεν έχουν ακόμα αναδειχθεί επαρκώς από την ιστορική έρευνα, με αποτέλεσμα να φαίνονται περισσότερο ως «υποσημειώσεις» των γεγονότων που τα προκάλεσαν παρά ως συμβάντα με τη δική τους ιδιαίτερη σημασία. Όλες ωστόσο έχουν πολλούς κοινούς παρονομαστές με το σύγχρονο προσφυγικό ζήτημα. Το βίαιο ξεριζωμό, τον άγνωστο προορισμό, τις στερήσεις και τα στρατόπεδα προσφύγων, τους θανάτους από τις κάθε λογής κακουχίες της διαδρομής και την απόγνωση που συνοδεύει διαχρονικά την προσφυγιά. Αυτό που έχει σίγουρα αλλάξει είναι η φορά της κατεύθυνσης των προσφύγων, που έχοντας ξεφύγει από πόλεμο χρίζουν υποδοχής και ανθρωπιστικής βοήθειας σε μια χώρα έχει αποτελέσει και η ίδια (όπως η Συρία σήμερα) θύμα γεωπολιτικών συμφερόντων στη σκακιέρα της περιοχής. Στην Ελλάδα, ακόμα κι αν μεγάλο μέρος του πληθυσμού το αγνοεί, ζουν σήμερα πολλοί απόγονοι ανθρώπων που αντιμέτωποι επίσης με αιματηρές συνθήκες, εγκατέλειψαν τα σπίτια τους, βρίσκοντας προστασία στην περιοχή ενός λαού που πλέον ζητά τη δική μας.

Ενδεικτικές πηγές :

  • Βλάσης Αγτζίδης, «Μικρασιάτες πρόσφυγες του 1922 στη Συρία» (https://kars1918.wordpress.com)
  • Θέα Χάλο, «Ούτε το όνομά μου», εκδόσεις Γκοβόστης 2001: η βιογραφία της Ευθυμίας Βαρυθιμιάδου από τον Πόντο, την οποία οι διώξεις των κεμαλικών οδήγησαν στο Χαλέπι, πριν βρεθεί μετανάστρια στις ΗΠΑ.
  • Damian Mac Con Uladh, Remembering the Greek refugees in Aleppo by helping the Syrian refugees in Athens (https://damomac.wordpress.com): η ανάδειξη του ζητήματος από έναν Ιρλανδό δημοσιογράφο στην Αθήνα του 2014, με την παρουσίαση του φωτογραφικού ντοκουμέντου που συνοδεύει το άρθρο
  • Το ντοκιμαντέρ της ΕΡΤ «Ικαριώτες πρόσφυγες στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο» (παραγωγής 2019) : μαρτυρίες προσφύγων από τα νησιά του Αιγαίου για την καταφυγή τους , μεταξύ άλλων, και στη Συρία