Δώρα Καρούτα

Απρίλιος 1967- Ιούλιος 1974. Επτά “μαύρα” χρόνια τα οποία η Ελλάδα κυβερνήθηκε από τη στρατιωτική δικτατορία που επιβλήθηκε με το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου. Περίπου τον Οκτώβριο του 1967 άρχισε να χρησιμοποιείται ο ισπανικός όρος “Χούντα” στον ελληνικό δημόσιο λόγο. Η εξουσία ασκούνταν από μια ομάδα συνταγματαρχών, με πιο γνωστούς τους Γ. Παπαδόπουλο, Σ. Παττακό, Δ. Ιωαννίδη.

Αυτά τα άκρως περιληπτικά εισαγωγικά ιστορικά στοιχεία θα μας βοηθήσουν να ανακαλέσουμε στη μνήμη μας, ατομική, συλλογική και δημόσια, τα βιώματα εκείνης της περιόδου. Μιας περιόδου γεμάτης από βία, διώξεις, φυλακίσεις, εξορίες, δολοφονίες. Μιας περιόδου ανελευθερίας, τρόμου και φόβου σχεδόν για ολόκληρη την ελληνική κοινωνία. Οι πρακτικές προπαγάνδας και λογοκρισίας ήταν πάμπολλες και σε ποικίλους τομείς της κοινωνίας, από την ενημέρωση των πολιτών μέχρι και τη ψυχαγωγία τους.

Το συγκεκριμένο άρθρο, λοιπόν, θα αφιερωθεί στο ζήτημα της λογοκρισίας των τραγουδιών την περίοδο της Χούντας και σε δεύτερη ανάγνωση, θα αναλυθεί η καλλιτεχνική επιρροή της γενικότερης αυτής περιόδου στη σημερινή γενιά μουσικών της χώρας, μέσα από τις δηλώσεις ενός εξαιρετικά ταλαντούχου κι ανερχόμενου μουσικού, με παιδεία και κοινωνικές ευαισθησίες, του Στέλιου Κοτίδη.

Από την 1η Ιουνίου 1967, διατάζεται κι εφαρμόζεται με ειδικό διάταγμα του Οδυσσέα Αγγελή, η απαγόρευση των τραγουδιών του Μίκη Θεοδωράκη. Αυτή ήταν μόνο η αρχή! Η συστηματική προσπάθεια εξαφάνισης από το προσκήνιο οποιασδήποτε κριτικής “φωνής” εξαπλώθηκε ταχύτατα. Ήδη από τις 29 Απριλίου του 1967 συγκροτήθηκε η Υπηρεσία Ελέγχου Τύπου της Προεδρίας της Κυβερνήσεως. Μπορεί λοιπόν η περίπτωση του Μ. Θεοδωράκη να είναι η γνωστότερη, μιας και το έργο του, συνδέθηκε άρρηκτα με τον αντιδικτατορικό αγώνα, υπάρχουν όμως αρκετά ακόμη παραδείγματα που αξίζει να αναφερθούν.

Το τραγούδι “Θα κλείσω τα μάτια” σε στίχους του Άκη Πάνου κι ερμηνευμένο από τους  Γρηγόρη Μπιθικώτση και Χαρούλα Λαμπράκη, ηχογραφήθηκε το 1967 με διαφορετικούς στίχους αρχικά, οι οποίοι έθιγαν τη μιζέρια και τις δύσκολες συνθήκες διαβίωσης των κατώτερων στρωμάτων της κοινωνίας (Θα κλείσω τα μάτια, θ’ απλώσω τα χέρια μακριά απ’ τη φτώχεια…). Έτσι οι στίχοι διαμορφώθηκαν με αναφορές στον έρωτα, με αποτέλεσμα την επανακυκλοφορία του το 1971. Το εμβληματικό  και άκρως ιστορικό κομμάτι “Μαλαματένια Λόγια” του Γ. Μακρόπουλου, σε στίχους του εξαιρετικού Μάνου Ελευθερίου έγινε το σύμβολο του εργατικού κινήματος της χώρας με σαφείς αναφορές στο δικτατορικό καθεστώς. Τα σημεία του ποιήματος τα οποία παραλλάχθηκαν ήταν τα εξής : “κι όχι να ζεις μ’ αυτή τη συμμορία” η λέξη αντικαταστάθηκε από τη κομπανία, “και ξημερώματα Παρασκευή” μεταβλήθηκε σε “ξημερώνοντας μέρα κακή” μιας και η αναφορά στη Δικτατορία των Συνταγματαρχών ήταν εμφανή, αφού η εκδήλωση του πραξικοπήματος συνέβη ημέρα Παρασκευή. Το άσμα “Ζεϊμπέκικο (Με αεροπλάνα και βαπόρια)”, που περιλαμβάνεται στο δίσκο του Δ. Σαββόπουλου “Βρόμικο Ψωμί” το 1972, απορρίφθηκε καθώς “ δεν συνεμμορφώθη με τας υποδείξεις”. Τη λίστα των τραγουδιών που πέρασαν το κατώφλι ου Υπουργείου Λογοκρισίας συμπληρώνουν το “Πάει ο καιρός” σε μουσική του Μάνου Χατζιδάκι, στίχους του Νίκου Γκάτσου κι ερμηνεία του Γ. Μπιθικώτση. Το “Ζαβαρακατρανέμια” του Γιάννη Μαρκόπουλου με άμεσο αντιδικτατορικό μήνυμα αποτελεί ίσως τη μοναδική εξαίρεση, κι αυτό εξαιτίας του εφευρετικού τίτλου, που εκ πρώτης όψεως δεν έχει κάποιο νόημα. Αντιθέτως! Ζάβαρα σημαίνει λάβαρα, κάτρα σημαίνει μαύρα και νέμια, ανέμισαν. Έτσι η νοηματοδότηση αυτή εγκρίθηκε κανονικά. Πόσο οξύμωρο άραγε;

 

 

Φτάνοντας, λοιπόν, αισίως στο 2022, αναλογίζεται κανείς τη πορεία της ανθρωπότητας, της χώρας, της ιστορίας της, της κοινωνίας μας, που όσο “σκάρτη” κι άσχημη κι αν φαντάζει σε ορισμένους, έχει έναν ουρανό, που αν σηκώσεις τα μάτια σου να τον κοιτάξεις θα ονειρευτείς πως την αλλάζεις! Κι αλλάζει αλήθεια! Γίνεται όμορφη, γλυκιά κι ανθρώπινη. Μια τέτοια μαύρη μέρα τον Οκτώβρη του 2019 η Ελλάδα μαστιζόταν από φαινόμενα ρατσισμού, φασισμού… ήταν η έντονη περίοδος της συζήτησης χειρισμού και διαμονής των προσφύγων στη χώρα μας. Και σε αυτό το σημείο θα σκεφτεί ο μέσος αναγνώστης του Open Voice “και πως σχετίζονται όλα αυτά με την Ιστορία, τη Δικτατορία του ‘67, τη λογοκρισία στη τέχνη και τους νέους μουσικούς της χώρας μας”; Η απάντηση είναι απλή. Το φίδι του φασισμού και της μισαλλοδοξίας έχει ιστορικές ρίζες κι η πρόσφατη ιστορία συνδέεται άμεσα κι έμμεσα με το παρόν μας. Εν έτει 2022 η λογοκρισία στα κοινωνικά δίκτυα, στην τέχνη σε όλες τις εκφάνσεις της δεν έχει εκλείψει δυστυχώς. Και ο νέος μουσικός που περιέγραψα παραπάνω, τον οποίο θα σας συστήσω μέσα από το βήμα του περιοδικού αυτού, συνέβαλε στο να ονειρευτώ κι εγώ λίγο παραπάνω, ένα βράδυ του Οκτώβρη αυτού του 2019, όταν κόντρα στο γενικότερο κλίμα, ο Στέλιος Κοτίδης και η παρέα του, οργάνωσαν μια πανέμορφη αυτοσχέδια συναυλία στο Κάστρο Ιωαννίνων, με σκοπό τη στήριξη των ανθρώπων και των παιδιών αυτών που “τόλμησαν” να ονειρευτούν στη θάλασσα, σε μια ξένη χώρα.

Αξίζει, λοιπόν, να τον γνωρίσετε έστω κι έτσι!

Σ.Κ. : Ονομάζομαι Στυλιανός Κοτίδης. Είμαι γεννημένος στις 16 Ιουνίου 1996, στη Θεσσαλονίκη και μεγάλωσα στο Κιλκίς. Από μικρή ηλικία ασχολούμαι με τη μουσική, συγκεκριμένα με το μπουζούκι. Από την Πέμπτη Δημοτικού ξεκίνησα λιγάκι να παίζω κιθάρα, οπότε και ανακάλυψα ότι μου αρέσει να παίζω και να τραγουδάω. Πρώτη φορά που τραγούδησα μπροστά σε κόσμο ήταν στην Πρώτη Γυμνασίου, το “Imagine” του Τζον Λένον, στο σχολείο. Κάποια στιγμή 13-14 χρονών έγραψα το πρώτο μου τραγούδι. Είχα ανθρώπους στον κύκλο μου που με παρότρυναν να συνεχίσω να γράφω τραγούδια δικά μου, παρόλο που η πρώτη μου φορά δε πήγε τόσο καλά. Γιατί σίγουρα ένας καλλιτέχνης μένει με δικές του δημιουργίες κυρίως! Δε λείπουν όμως τα τραγούδια που μας έχουν βοηθήσει να καλλιεργηθούμε. Το μεγαλύτερο άλμα στη διαδρομή μου έγινε στα Γιάννενα, από το 2014- 2020, όπου ξεκίνησα να εκτίθεμαι σε χώρους και μαγαζιά που με στήριξαν φιλοξενώντας εμένα και τους φίλους μου που παίζαμε μαζί. Έγραψα και τους δύο μου δίσκους εκεί. Γι’ αυτό κι με σημάδεψε αυτή η πόλη. Τον δίσκο “Διαλέγεις, δεν παίρνεις” τον πρώτο μου στα 19 το 2016 και τον δεύτερο και τελευταίο που έχω βγάλει, με τίτλο “Ατάκτου Πορείας” το 2019. Νομίζω ότι στα Γιάννενα έφτιαξα τον χαρακτήρα μου μουσικά περισσότερο, όχι ότι  είναι ολοκληρωμένος κι ούτε πρόκειται πολύ σύντομα να ολοκληρωθεί, αλλά τουλάχιστον μπήκαν κάποια θεμέλια πολύ βασικά. Έπαιξα σε χωριά της Ηπείρου και όχι μόνο, στη Θεσσαλονίκη, στο Κιλκίς. Τώρα έχω εγκατασταθεί μόνιμα στην Αθήνα για να κάνω αυτό ου αγαπάω περισσότερο, να παίζω μουσική, να γνωρίζω νοοτροπίες, μουσικούς κόσμους, να ανταλλάσσω γνώμες κι απόψεις στο “χάος”.

Ποιοι παράγοντες  σε εμπνέουν στο να γράφεις στίχους;

Σ.Κ. : “Στο να γράφω στίχους με βοηθάει πολύ ο χώρος που βρίσκομαι. Με εμπνέει. Δε μπορώ να κάτσω σε ένα άνοστο μέρος και να γράψω. Νομίζω γενικά μεταμορφώνεται το τραγούδι σύμφωνα με το χώρο που βρίσκομαι. Με εμπνέουν αντικείμενα, ο καιρός, οι άνθρωποι που συναναστρέφομαι. Αλλά ποτέ δε μπορώ να γράψω κατά παραγγελία. Είναι πολύ δύσκολο αυτό για εμένα”.

Πώς αποτυπώνεις στιχουργικά κάποιο σημαντικό κοινωνικό γεγονός των ημερών μας;

Σ.Κ. : “Μου αρέσει να αποτυπώνω την άποψη μου έμμεσα, με μεταφορές, παρομοιώσεις, δημιουργώντας όμορφες εικόνες στο μυαλό του αναγνώστη- ακροατή, αλλά δε μου αρέσει να τοποθετούμαι άμεσα, να εκφράζω πολιτικές απόψεις με αιχμηρές εκφράσεις. Προτιμώ αυτό να το κάνω σε μια κουβέντα με κάποιους ωραίους ανθρώπους. Δε θεωρώ πως έχω πολιτικό στίχο, αλλά θα μπορούσε να περάσει εμμέσως κάποια πολιτικά μηνύματα ένα τραγούδι μου. Δε θα ήμουν όμως τόσο σκληρός και άμεσος”.

Τι αποτύπωμα θα ήθελες να αφήσεις μέσα από τα τραγούδια σου;

Σ.Κ. : “Αρχικά γράφω για εμένα, δηλαδή δε γράφω απευθείας για να κάνω κάτι εμπορικό. Από εκεί νομίζω ξεκινάει και το ορθό, δηλαδή όταν γράφεις κάτι από μέσα προς τα έξω, είναι κάτι που έχεις μέσα σου αλλά θέλεις και να το ακούς. Από εκεί κι έπειτα αν θα αρέσει ή όχι αυτό στους ακροατές, είναι δικό τους θέμα. Εγώ προσωπικά σα Στέλιος δε θα έκανα τραγούδια μόνο κι μόνο για να αρέσουν στον κόσμο. Αυτό το κοιτάω περισσότερο όταν γράφω μουσική. Με εξιτάρει περισσότερο να σκέφτομαι την έκφραση του κόσμου. Μερικές φορές κλείνω τα μάτια μου και σκέφτομαι πώς μπορεί να αντιδρούσαν αν άκουγαν αυτή τη μελωδία, τη συγχορδία, το κομμάτι που έχω γράψει. Στον στίχο κλείνω και τα μάτια και τα αυτιά. Απλά εκφράζομαι, κι όποιος εκφραστεί μαζί μου!

Το τελευταίο μου τραγούδι με τίτλο “Trinidad and Tobago” είναι ένα κομμάτι το οποίο γράφτηκε απότομα, σε μια περίοδο που ζούσαμε σα κοινωνία- και ζούμε ακόμα- δύσκολα, την περίοδο του lockdown του Νοεμβρίου. Είχα συναναστραφεί με πολλούς ανθρώπους στο στρατό, ο καθένας είχε τα προβλήματα του και εγώ προσπαθούσα να αποφύγω την καταπίεση που ένιωθαν οι άλλοι, να την απωθήσω, προσπαθούσα να την αποκρούσω βασικά. Επομένως, έγραφα τραγούδια, κι ένα από αυτά ήταν αυτό. Όταν άκουσαν τους στίχους κάποιοι φίλοι μουσικοί εκεί πέρα, γελούσαν. Έγραψα εκεί στο Μουσικό Σώμα και τη μουσική, τελικά φτιάξαμε μια πολύ ωραία ομάδα από φίλους μουσικούς μόνο από το Στρατό. Οι συντελεστές είναι όλοι εξαιρετικοί καλλιτέχνες, τόσο στο οπτικό, όσο και στο ακουστικό κομμάτι. Τους ευχαριστώ όλους για αυτό το αποτέλεσμα. Το Trinidad and Tobago είναι ένα από τα αγαπημένα τραγούδια μου, το έχω γράψει πραγματικά με όλη μου την ψυχή και νομίζω πως είναι ένα από τα πιο ώριμα κομμάτια που έχω συνθέσει”.

Αν, λοιπόν, σε αυτή τη δύσκολη περίοδο που διανύουμε ακόμα, σκεφτείτε από πόσα κύματα ιστορικά και κοινωνικά έχει περάσει η μουσική, αξίζει να αναζητήσετε τα έργα του Στέλιου Κοτίδη και να ονειρευτείτε κ εσείς!

Ενδεικτικά : Στέλιος Κοτίδης – Trinidad & Tobago (Official Music Video)

 

 

About Δώρα Καρούτα

Φοιτήτρια Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων Προσωπικά ενδιαφέροντα-ενασχολήσεις αρχειακή έρευνα, προφορικές μαρτυρίες και καταγραφές, αρθρογράφος στην τοπική εφημερίδα "Πεντάλοφος" του Πολιτιστικού Συλλόγου Πενταλόφου Κοζάνης, μέλος διοργανωτικής ομάδας του προαναφερθέντος Συλλόγου όσον αφορά πολιτιστικά δρώμενα Βραβεία:

  • Εκπροσώπηση Δ. Μακεδονίας στο διαγωνισμό σύνταξης σύντομου άρθρου 2016, του Υπ.Παιδείας
  • Βραβείο Συμμετοχής στο λογοτεχνικό διαγωνισμό ποίησης της Ένωσης Λογοτεχνών Β.Ελλάδος, 2019