Η Έμμα Γκόλντμαν γεννήθηκε το 1869 στο εβραϊκό γκέτο της Λιθουανίας. Σε ηλικία 13 χρόνων θα μεταναστεύσει με την οικογένειας της στην Αγία Πετρούπολη όπου και θα αρχίσει να εργάζεται σε ένα εργοστάσιο, εξαιτίας των οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε. Το 1885 μετανάστευσε στην Αμερική, στο Ρότσεστερ της Νέας Υόρκης. Εκεί, μέσω του ρωσο-εβραίου αναρχικού Hillel Solotaroff ήρθε σε επαφή με τον αναρχισμό και άρχισε να διαβάζει την εφημερίδα Freiheit, που εξέδιδε  ο Γερμανός Johann Most.

Το 1892 αποπειράθηκε να δολοφονήσει τον μεγαλοβιομήχανο Henry Clay Frick που ήταν υπεύθυνος για την δολοφονία 9 εργατών, μαζί με τον A. Berkman. Ο Berkman προσπάθησε να τον δολοφονήσει μέσα στο γραφείο του αλλά αστόχησε και καταδικάστηκε σε 22 χρόνια φυλάκισης. Η Goldman σε δημόσιες  ομιλίες της προσπάθησε να εξηγήσει χωρίς υπεκφυγές τη πράξη του Berkman.

Ταξίδεψε στην Ευρώπη για ομιλίες δύο φορές κατά το 1895-96 και το 1899-1900. Το 1906 άρχισε να εκδίδει το περιοδικό «Mother Earth» έως και τον Αύγουστο του 1917. Σε αυτό, ανέλυσε τις ιδέες του H. Ibsen, του A. Strinberg, του O. Wilde και τον αναρχισμό. Το 1907 ταξίδεψε μέχρι το Άμστερνταμ για το Διεθνές Αναρχικό Συνέδριο. Το 1910 κυκλοφόρησε στις Η.Π.Α., το θεωρητικό της έργο «Anarchism and other Essays». Τέσσερα χρόνια μετά, θα εκδώσει το έργο της «The Social Significance of the Modern Drama», για την αισθητική διάσταση του αγώνα για την ελευθερία.

Το 1919 απελάθηκε μαζί με άλλους Ρώσους αναρχικούς από τις Η.Π.Α. και ταξίδεψε μέχρι την Ρωσία. Εκεί ήρθε σε επαφή με τον Λένιν, την Αλεξάνδρα Κολλοντάι και άλλους θεωρητικούς. Όμως το 1921 θα αποχωρήσει εξαιτίας των διώξεων των αναρχικών και του λενινιστικού ολοκληρωτισμού σε βάρος των επαναστατικών κατακτήσεων και θα γράψει δύο βιβλία για την απογοήτευσή της στην Ρωσία.

Μετά την αυτοκτονία του Berckman, το 1936, και την ολοκληρωτική κατάληξη της Ρωσίας, θα ασχοληθεί με την Ισπανική Επανάσταση. Ταξίδεψε τρείς φορές στην Ισπανία και ανέπτυξε αλληλογραφία με σημαντικούς συντρόφους της εποχής, όπου ανέλυε και αποσαφήνιζε τις ιδέες της για την Ισπανική Επανάσταση.

Οι επιρροές της για το κοινωνικό ζήτημα αναπτύχθηκαν ήδη από την διαμονή της στην Ρωσία, εξαιτίας της πατριαρχικής καταπίεσης, τα πογκρόμ ενάντια στην εβραϊκή-ρωσική κοινότητα, την οικονομική κρίση και τις επαφές της με ριζοσπάστες φοιτητές στην Αγία Πετρούπολη. Η συμβολή της στο αναρχικό κίνημα υπήρξε πολύ σημαντική ιδιαίτερα στα ζητήματα του φεμινισμού και του μιλιταρισμού, τα οποία ήταν και αφορμή για τις 2 από τις 3 φυλακίσεις της. Η μία από αυτές οφειλόταν στην δημόσια ομιλία της για το ζήτημα ελέγχου των γεννήσεων.

Πέθανε το 1940,  σε ηλικία 71 ετών στο Τορόντο και θάφτηκε στο Σικάγο κοντά στους μάρτυρες της εργατικής τάξης που πέθαναν το 1887 και εξαιτίας αυτού του γεγονότος αποφάσισε να αφοσιωθεί στον επαναστατικό αγώνα. [1]

Το άρθρο της «Η Αναρχία και το Ζήτημα του Έρωτα», δημοσιεύτηκε το 1896 στην αναρχική εφημερίδα «Alarm». Σε αυτό, υποστηρίζει ότι οι εργάτες παντρεύονται για να έχουν μία γυναίκα-οικονόμο να φροντίζει το σπίτι τους. παρομοιάζει τον γάμο ως αλυσίδα η οποία βαραίνει όλο και περισσότερο τους παντρεμένους καθώς συνειδητοποιούν ότι ο γάμος είναι μια αποτυχία. Πιο συγκεκριμένα η γυναίκα δεν μπορεί πια να κρύβει ότι δεν αγαπάει τον «αφέντη» της και μεγαλώνει δυστυχισμένη μέσα σε ένα περιβάλλον που αναγκάζεται να θεωρεί ως σπίτι της και παραμελεί το νοικοκυριό. Το ίδιο και ο άνδρας, ο οποίος συχνάζει σε καφενεία και μπαρ και πίνει καθώς δεν είναι εκατομμυριούχος για να συχνάζει σε λέσχες. Έχοντας απομακρυνθεί ο ένας από τον άλλον δεν μπορούν να χωρίσουν. Οι γυναίκες είτε ανήκουν στην αστική τάξη είτε στην εργατική δεν μπορούν να χωρίσουν αφού φοβούνται την κοινή γνώμη, ενδιαφέρονται για  το καλό των παιδιών τους και, επιπλέον, δεν μπορούν να συμμετάσχουν σε διαμαρτυρίες ενάντια στο «εξωφρενικό σύστημα (Κράτος και Εκκλησία)» που έχει συντρίψει τις ίδιες και εκατοντάδες αδελφές τους.

Από την άλλη, οι γυναίκες που αναγκάζονται να πουλήσουν το σώμα τους μπορούν ανά πάσα στιγμή να αφήσουν τον άντρα που το αγοράζει, ενώ οι «αξιοσέβαστες σύζυγοι» δεν μπορούν να απεγκλωβιστούν από την ένωση που τις βασανίζει. Σύμφωνα με την Γκόλντμαν, το σύστημα είναι υπεύθυνο γιατί αναγκάζει τις γυναίκες να πουλούν την «γυναικεία φύση τους» και την ανεξαρτησία τους σε όποιον την αγοράζει. Αντίθετα, οι πλούσιοι έχοντας το νου τους στο κέρδος θα μπορούσαν να εξασφαλίσουν άνετη ζωή στους άπορους άνδρες και τις άπορες γυναίκες. Αντ’ αυτού επιπλώνουν τα σπίτια τους με ακριβά έπιπλα και ψάχνουν να βρουν νέους τρόπους διασκέδασης.

Παράλληλα, οι φτωχοί αναγκάζοντια να ζουν κάτω από άθλιες συνθήκες μαζί με τα παιδιά τους. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα, οι  γυναίκες να οδηγούνται στην πορνεία για να μπορέσουν να συντηρηθούν. Η αιτία για την Γκόλντμαν βρίσκεται στην ίδια την κοινωνία και το κράτος που νομιμοποιούν την κλοπή και την κακοποίηση των γυναικών.

Η θεραπεία, όμως, βρίσκεται στην δημιουργία ενός συστήματος το οποίο θα βασίζεται στην δικαιοσύνη και μέσα σε αυτό οι γυναίκες θα έχουν ίσα δικαιώματα με τους άνδρες και θα είναι ελεύθερες να «απολαύσουν τα δώρα της φύσης» και να αποκτήσουν γνώση. Μόνο έτσι θα μπορέσουν να είναι ανεξάρτητες και να απαλλαγούν από την εξουσία των ανδρών.

Τέλος, στο νέο σύστημα θα σταματήσουν να υπάρχουν τα αρνητικά που επιφέρει ένας κακός γάμος και τα ζευγάρια θα μπορούν να χωρίζουν χωρίς ντροπή και με φιλικό τρόπο και χωρίς να υποβαθμίζεται η σημασία του γάμου αφού συνεχίζουν να ζουν μέσα σε μία δυσάρεστη σχέση. Έτσι καταλήγει στο συμπέρασμα ότι πρέπει όλοι να ενώσουν τις δυνάμεις τους ώστε να βοηθήσουν την εξάλειψη του υπάρχοντος συστήματος. Μόνο με αυτόν τον τρόπο θα καταφέρουν να χειραφετηθούν και να ζουν πραγματικά ελεύθερα. [2]

 

Περισσότερες Πληροφορίες:

[1] Η Έμμα Γκόλντμαν για την Ισπανική Επανάσταση, Α. Το Ισπανικό Αναρχικό Κίνημα, Εκδόσεις Άρδην

[2] Wilbur P. Shawn(ed.), Emma Goldman, Anarchy and the Sex Question, Essays on Women and Emancipation 1896-1926, Revolutionary Pocketbooks

Πηγή εικόνας:

https://jwa.org/thisweek/dec/21/1919/emma-goldman