Δώρα Καρούτα

Ελληνοϊταλικός πόλεμος, το Έπος του ‘40, ο αγώνας κατά του φασισμού. Υπάρχουν ποικίλοι χαρακτηρισμοί που αποδίδουν την εμπλοκή της Ελλάδας στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Και ως ένα βαθμό είναι δόκιμοι όλοι, περισσότερο ή λιγότερο, μιας και χρησιμοποιούνται στη σχετική ιστοριογραφία.

Όμως είναι όντως έτσι; Έχουμε άραγε αναρωτηθεί τι ακριβώς σήμαινε αυτός ο πόλεμος για τους ανθρώπους που πήραν μέρος σε αυτόν; Κατά κόρον, οι αναλύσεις προσεγγίζουν το ζήτημα από την πολιτική, την οικονομική, τη στρατιωτική σκοπιά. Από την κοινωνική όμως; Όσες προσπάθειες έχουν καταγραφεί κινούνται στη σφαίρα της ελληνικής κοινωνίας του 1940 και ορθά. Οι εποχές παρόλα αυτά αλλάζουν, εξελίσσονται και προοδεύουν, ιδιαίτερα μετά από μια περίοδο κρίσης που μετέβαλλε ολόκληρο τον κόσμο, όπως αυτή του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου.

Ας προσπαθήσουμε, λοιπόν, να κατανοήσουμε τους εαυτούς μας, τη συλλογική και ατομική μας ταυτότητα, αντιπαραβάλλοντας την εθνική μας υπόσταση με τον ιδιότητα του “άλλου”, του “εχθρού”. Πώς άραγε βίωσε τον Ελληνοϊταλικό πόλεμο του 1940 ένας Ιταλός στρατιώτης; Πώς άραγε να έβλεπε την Ελλάδα και τους Έλληνες; Πέρα από τις διπλωματικές, πολιτικές και στρατιωτικές κατευθύνσεις. Για να το καταφέρουμε αυτό, θα πρέπει να ανακαλέσουμε στη μνήμη μας το γενικότερο ιστορικό πλαίσιο της εποχής αυτής.

Το 1936 ο Ι. Μεταξάς διορίστηκε από το βασιλιά Γεώργιο Β’ πρωθυπουργός της Ελλάδας στη θέση του θανόντος Δερμετζή και στη συνέχεια προχώρησαν σε συνεργασία στην επιβολή δικτατορικού καθεστώτος. Ο Ι. Μεταξάς άφησε το “στίγμα” της αυταρχικής διακυβέρνησης φασιστικού τύπου αλλά και της έναρξης του Ελληνοϊταλικού πολέμου τον Οκτώβριο του 1940, άγοντας την Ελλάδα έτσι στον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο.

Ο Ελληνοϊταλικός πόλεμος, στα ελληνοαλβανικά σύνορα διήρκησε έως την άνοιξη του 1941, με την κατάληψη της χώρας από τις γερμανικές δυνάμεις και τη συνθηκολόγηση του Τσολάκογλου. Έτσι η Ελλάδα μπήκε σε μια κατάσταση τριπλής κατοχής, κατά τα έτη 1941-1944. Η γερμανική ζώνη ελέγχου περιλάμβανε τα σημαντικότερα στρατηγικά σημεία της χώρας (Αθήνα – Θεσσαλονίκη – νησιά του Αιγαίου – Κρήτη). Η ζώνη ελέγχου των Ιταλών περιλάμβανε τα 2/3 του εδαφικού χώρου της Ελλάδας (Ήπειρος – Μακεδονία – Ιόνια νησιά). Τέλος ο βουλγαρικός στρατός κατείχε την Ανατολική Μακεδονία και τη Δυτική Θράκη. Αμέσως μετά την τριπλή αυτή κατάληψη της χώρας ξεκινά η εκδήλωση ενεργειών αντίστασης. Από τις πρώτες σημαντικότερες πράξεις ήταν η υποστολή της ναζιστικής σημαίας από το βράχο της Ακρόπολης από τους -νεαρούς τότε φοιτητές- Μ. Γλέζο και Α. Σάντα, στις 30 Μαϊου 1941. Στα πλαίσια αυτά δημιουργήθηκαν το Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο (ΕΑΜ) και ο Εθνικός Δημοκρατικός Ελληνικός Σύνδεσμος (ΕΔΕΣ). Βέβαια υπήρχαν και άλλες οργανώσεις (π.χ. ΕΚΑ), ορισμένες από τις οποίες συνεργάστηκαν με τις προαναφερθείσες.

«Αναλαμβάνων την αρχηγίαν του Στρατού καλώ τους αξιωματικούς και οπλίτας του Ελληνικού Στρατού εις την εκτέλεσιν του υψίστου προς την Πατρίδα καθήκοντος με την μεγαλυτέραν αυταπάρνησιν και σταθερότητα. Ουδείς πρέπει να υστερήση. Η υπόθεσις του αγώνος τον οποίον μας επέβαλεν ο αχαλίνωτος Ιμπεριαλισμός μιας Μεγάλης Δυνάμεως, η οποία ουδέν είχε ποτέ να φοβηθή από ημάς, είναι η δικαιοτέρα υπόθεσις την οποίαν είναι δυνατόν να υπερασπισθή ένας Στρατός. Πρόκειται περί αγώνος υπάρξεως. Θα πολεμήσωμεν με πείσμα, με αδάμαστον εγκαρτέρησιν, με αμείωτον μέχρι τελευταίας πνοής ενεργητικότητα. Έχω ακράδαντον την πεποίθησιν ότι ο Ελληνικός Στρατός θα γράψει νέας λαμπράς σελίδας εις την ένδοξον ιστορίαν του Έθνους. Μην αμφιβάλλετε ότι τελικώς θα επικρατήσωμεν, με την βοήθειαν και την ευλογίαν του Θεού και τας ευχάς του Έθνους. Έλληνες αξιωματικοί και οπλίται φανήτε ήρωες».

Τα λιγοστά αυτά γραφόμενα της πρώτης εκθέσεως του στρατηγού Αλ. Παπάγου μαρτυρούν τη γενικότερη πεποίθηση των ελληνικών δυνάμεων. Η κατάσταση όμως στα βουνά της Πίνδου μετά τον βαρύ χειμώνα του 1940, ή ακόμα και μετά τη συνθηκολόγηση Τσολάκογλου, δεν περιγράφεται σε κανένα διπλωματικό αρχείο, σε κανένα σημείωμα στρατιωτικού αρχηγού, σε κανένα υπόμνημα και σε κανένα τηλεγράφημα. Τα συναισθήματα, το κοινωνικό αποτύπωμα και η μνήμη του πολέμου, βρίσκονται στους ανθρώπους της εποχής εκείνης, Ιταλούς και Έλληνες, βρίσκονται στις αφηγήσεις τους κι μέσω αυτών σε όλους εμάς. Και έτσι κρίνονται όλα 80 χρόνια μετά, σε διαφορετική  βάση.

Ας κρίνουμε, λοιπόν, σε αυτή την επέτειο, διαβάζοντας τις παρακάτω μαρτυρίες :

Ευθυμία Κούγκουλου, έτος γεν. 1920 (κάτοικος Πενταλόφου Κοζάνης)

“Τον τελευταίο χρόνο του ελληνοϊταλικού πολέμου, οι Έλληνες αιχμαλώτισαν 603 Ιταλούς. Κάποιους απ’ αυτούς τους μετέφεραν στο χωριό όπου και διέμειναν ένα χειμώνα ολόκληρο. Στο σπίτι μου φιλοξένησα τρεις, τον Τζιοβάνι, τον Λορέντζο και τον Φράγκο. Ένα πρωί, αφού με καλημέρισαν όπως συνήθως στα ελληνικά, με ρώτησαν για τον γιο μου που ήταν άρρωστος. Τότε με συμβούλεψαν να του δώσω τσάι, όμως εγώ δεν είχα ζάχαρη. Αυτοί έφυγαν για τα ξύλα και μετά για το καφενείο, όμως άργησαν να επιστρέψουν. Αρκετές ώρες αργότερα, το βράδυ, μόλις επέστρεψαν στο σπίτι, μου έδωσαν μια χούφτα ζάχαρη που έκλεψαν από το καφενείo”.

 

Αγγελική Κούγκουλου- Γαϊτάνη (κάτοικος Πενταλόφου Κοζάνης)

“Στο σπίτι της γιαγιάς μου της Μήτραινας έμενε ένας λιποτάκτης Ιταλός, το ‘40. Τον έκρυβε. Μαζί του είχε τη γυναίκα του, που ήταν έγκυος τότε. Μετά από ένα, δυο μήνες γέννησε ένα κορίτσι. Τη βοήθησε η γιαγιά μου στη γέννα. Όταν πέρασε ο χειμώνας έφυγαν για την Ιταλία. Λίγο μετά το 1980 ήρθαν στο χωριό δυο γυναίκες που μιλούσαν σπαστά ελληνικά κι έψαχναν τη γιαγιά μου. Ήταν η γυναίκα και η κόρη του Τζιοβάνι. Όταν ειδώθηκαν άρχισαν να κλαίνε όλες μαζί. Η γυναίκα του Τζιοβάνι φίλησε το χέρι της γιαγιάς κι έκανε τρεις μετάνοιες. Έιχαν έρθει για να δει η κόρη της το μέρος που γεννήθηκε, το μέρος που έζησε ο πατέρας της τις τελευταίες του ελέυθερες μέρες. Όταν γύρισαν στην Ιταλία τον σκότωσαν. Έτσι μας είπε ότι τους έκαναν τους λιποτάκτες εκεί”.

Ως ιστορικός, δε θα εξάγω συμπεράσματα από τα παραπάνω στοιχεία, δε θα προβώ σε συσχετισμούς, ούτε σε συγκρίσεις και αναλύσεις ιστορικού κι ανθρωπολογικού χαρακτήρα. Θα αρκεστώ να γράψω, ως άνθρωπος, κι απόγονος των πληροφορητών των παραπάνω μαρτυριών, πως “ο φασισμός περνάειπαρότι ζούμε εν έτει 2021 και αν όλους εμάς που κατοικούμε σε αυτή την κουκίδα του χάρτη μας κάνει περήφανους η ιστορία της, οι άνθρωποι της, από σεβασμό και δέος σε αυτούς ας προσπαθήσουμε να μην την εξευτελίζουμε!

“Η ημέρα είναι κοντά που θα ψοφήσει ο λύκος, που η απονιά θα φάει τις σάρκες της, που θα βουτήξει σε μια δόξα μύρου το βουνό και που η ψυχή θα ανάψει από τις μυστικές φλογίτσες της”. Ο. Ελύτης

Ο Πεντάλοφος Κοζάνης είναι ένα χωριό της Δυτικής Μακεδονίας στα σύνορα με την Ήπειρο. Το 1940 αποτελούσε το ορμητήριο του ελληνικού στρατού.

Η φωτογραφία εξωφύλλου απεικονίζει την πορεία του ελληνικού στρατού από το Επταχώρι Καστοριάς, όπου βρισκόταν η έδρα του αποσπάσματος Δαβάκη, προς το μέτωπο της Πίνδου.

ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
  • Π. Βόγλης, Η Ελλνική Κοινωνία στην Κατοχή
  • Γ. Ιατρίδης, Η Ελλάδα στη δεκαετία 1940-1950

About Δώρα Καρούτα

Φοιτήτρια Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων Προσωπικά ενδιαφέροντα-ενασχολήσεις αρχειακή έρευνα, προφορικές μαρτυρίες και καταγραφές, αρθρογράφος στην τοπική εφημερίδα "Πεντάλοφος" του Πολιτιστικού Συλλόγου Πενταλόφου Κοζάνης, μέλος διοργανωτικής ομάδας του προαναφερθέντος Συλλόγου όσον αφορά πολιτιστικά δρώμενα Βραβεία:

  • Εκπροσώπηση Δ. Μακεδονίας στο διαγωνισμό σύνταξης σύντομου άρθρου 2016, του Υπ.Παιδείας
  • Βραβείο Συμμετοχής στο λογοτεχνικό διαγωνισμό ποίησης της Ένωσης Λογοτεχνών Β.Ελλάδος, 2019