Είμαι ο Δαρείος, ο μεγάλος βασιλιάς, ο βασιλιάς των βασιλέων, ο βασιλιάς στην Περσία, ο βασιλιάς των χωρών, ο γιός του Υστάσπη και εγγονός του Αρσάμη, ο Αχαιμενίς.
 Με την πρόταση αυτή, ξεκινά την αφήγηση της η επιγραφή του Μπαχιστούν, μνημείο που κατασκεύασε ο Δαρείος ο Α’, περί τα 518 πΧ, για να κάνει αθάνατα στη μνήμη των ανθρώπων τα έργα του.Περίπου 70 μέτρα πάνω από την επιφάνεια του εδάφους, σκαλισμένη στο ομώνυμο βουνό, η επιγραφή του Μπαχιστούν αποτελείται από 3 κειμενικά μέρη και μία ανάγλυφη παράσταση.

Αν και η τάση μεγάλων ηγεμόνων, να λαξεύουν σε βραχώδεις επιφάνειες τα επιτεύγματα τους είναι ορατή ήδη από τη 2 η χιλιετία πΧ στην ευρύτερη περιοχή του Ιράν, με τις περισσότερες απεικονίσεις να αποπνέουν στρατιωτικό και θρησκευτικό δέος, η επιγραφή του Μπαχιστούν έχει μείνει γνωστή κυρίως για το λειτουργικό της χαρακτήρα. Παραλληλίζεται με τη στήλη της Ροζέτα, καθώς τα 3 κειμενικά της μέρη, αναγράφουν ουσιαστικά το ίδιο αφήγημα, αποτυπωμένο σε 3 διαφορετικές γλώσσες. Την παλαιοπερσική, την βαβυλωνιακή και την ελαμιτική. Η αποκρυπτογράφηση δε, των τριών αυτών κειμένων, συνέβαλε τα μέγιστα στην καλύτερη κατανόηση των σφηνοειδών γραφών που χρησιμοποιούνταν σαν επίσημες γλώσσες της αυτοκρατορίας των Αχαιμενιδών.

Η ανάγλυφη παράσταση φέρει τον Δαρείο, η μορφή του οποίου αυτονόητα υπερέχει σε μέγεθος όλων των άλλων, πίσω από αυτόν τους δύο ευγενείς και συνεργάτες του, τον Ινταφρένη, ο οποίος κρατά ένα τόξο, και τον Γοβρύα, ο οποίος κρατά ένα δόρυ, αμφότερα σύμβολα εξουσίας. Μπροστά τους, βρίσκονται οι μορφές των 9 σφετεριστών του θρόνου. Κάτω από τη μορφή του Δαρείου, υπάρχει παράσταση ενός νεκρού αντρικού σώματος. Στο κέντρο της παράστασης, εμφανίζεται συμβολικά απεικονιζόμενος, ο Αχούρα Μάζντα, μία σημαντική περσική θεότητα.

Αξίζει να σημειωθεί, πως στο ομώνυμο όρος και συγκεκριμένα στις παρυφές του, εντοπίζονται ανάγλυφες παραστάσεις και επιγραφές παρθικής και σελευκιδικής προέλευσης, ενώ η επιγραφή του ίδιου του Δαρείου μαρτυρείται από τον Κτησία τον Κνίδιο (4 ο αι. πΧ) μέχρι το επικό ποίημα του Χακίμ Αμπλκασίμ Μανσούρ, Βιβλίο των Βασιλεών, του 11 ου αι. μΧ. Η συνεχής χρήση και σχολιασμός του όρου, για λόγους στρατιωτικής επίδειξης, εορτασμού, λογοτεχνίας ή προπαγάνδας, κάνει στον θεατή και ερευνητή αντιληπτή τη σημασία της τοποθεσίας, της οποίας το όνομα στην παλαιοπερσική γλώσσα, μεταφράζεται ως κατοικία των θεών. Ακόμη, σε πολύ μεταγενέστερα χρόνια, ο λόρδος Henry Rawlinson, μελετώντας τη φύση και την ουσία του μνημείου, σχολίασε πως η αξιοσημείωτη αυτή περιοχή, που συνδυάζει την εύφορη πεδιάδα και τον κατάλληλο για λάξευμα βράχο, βρίσκεται στο δρόμο που ενώνει τα Εκβάτανα με τη Βαβυλώνα, τη Μηδία με το Ελάμ, με αποτέλεσμα οι διαβάτες, έμποροι και απεσταλμένοι, στρατεύματα και κάθε λογής πληθυσμοί, να αντικρίζουν το βουνό, παραδόξως όμως όχι την επιγραφή που βρίσκεται σε αυτό, καθώς το υψόμετρο στο οποίο είναι λαξευμένη, την καθιστά δύσκολη προς θέαση.

Λίγα λόγια για τον Δαρείο Α’. Γεννήθηκε στα 550 πΧ και πέθανε στα 486 πΧ. Ο πατέρας του, Υστάσπης, φέρει τον τίτλο του σατράπη της Παρθίας και Υρκανίας. Από τα 529 πΧ μέχρι τα 522 πΧ, υπηρετεί στην Αίγυπτο ως στρατιωτικός αξιωματικός του Καμβύση, για να βρεθεί εν μέσω ενδοδυναστικών διαμαχών, αποπειρών σφετερισμού του θρόνου και τάσεων απόσχισης από την κεντρική εξουσία. Για τον Δαρείο, πληροφορούμαστε από την επιγραφή του Μπαχιστούν και από άλλες επιγραφές και μνημεία σε Σούσα, Περσέπολη, Βαβυλώνα και Αίγυπτο, καθώς και από Ελληνες συγγραφείς, με κυριότερο τον Ηρόδοτο. Τάφηκε σε πέτρινο τύμβο στην περιοχή Νακς ε Ροστάμ, αφού πρώτα, σύμφωνα με το τυπικό, έχρισε τον Ξέρξη, γιό της βασίλισσας Ατόσσης, διάδοχο του και συνεχιστή της δυναστείας των Αχαιμενιδών. Εκστράτευσε σε Αίγυπτο, Ινδία και Βόσπορο, Θράκη και Β. Αιγαίο, επεκτείνοντας τα όρια της αυτοκρατορίας του, αυξάνοντας την επιρροή του σε γειτονικές περιοχές, αποπερατώνοντας τεράστια οικοδομικά προγράμματα σε Περσέπολη, Σούσα και Αίγυπτο. Κωδικοποίησε τους νόμους, οργάνωσε τις σατραπείες καθώς και ένα κοινό, καθολικό φορολογικό σύστημα. Έχει διατυπωθεί πως πρόκειται για τη δημιουργία μιας πραγματικής αυτοκρατορίας, με κυβερνητική δομή, βασισμένη σε έναν ενεργό στρατό και σε κοινωνικές τάξεις, η πίστη και υποτέλεια των οποίων στο θρόνο και όχι στην εκάστωτε γεωγραφική περιοχή, ανέδειξε τη δυναστεία των Αχαιμενιδών σε μία από τις πιο παραγωγικές και επιβλητικές παρουσίες στον αρχαίο κόσμο.

Προ της εκστρατείας στην Αίγυπτο, λοιπόν, ο Καμβύσης φέρεται να σκοτώνει τον αδελφό του και νόμιμο διάδοχο του θρόνου, Μπαρντίγια ή Σμερδή, μόνο για να πέσει και ο ίδιος νεκρός λίγο αργότερα. Το κενό στην εξουσία, εκμεταλλεύεται ο Μπαρντίγια, ασφαλώς όχι ο νεκρός αδελφός του πρώην βασιλιά, αλλά κάποιος φιλόδοξος σφετεριστής του θρόνου, ο οποίος φαίνεται να έμοιαζε στον αληθινό Μπαρντίγια σε μέγιστο βαθμό. Ο φέρων πολλά ονόματα Μπαρντίγια, γνωστός αλλιώς ως Μάγος, Μάρδος, Γαούματα, Πατιζείθης, Κομήτης και Σπενδαδάτης, ξεκινά από το όρος Αρακαντρίς στην οροσειρά του Ζάγρου στις 11 Μαρτίου του 522 πΧ. Καθώς η ομοιότητα του στον αληθινό αδελφό του Καμβύση είναι τεράστια, και καθώς ο Καμβύσης είναι νεκρός και τα νέα για το θάνατο του αδελφού του δεν έχουν φτάσει ακόμη στα ανάκτορα στην Περσέπολη και τις Πασαργάδες, η επιγραφή αναφέρει πως ο σφετεριστής λαμβάνει την εξουσία στις 6 Ιουλίου. Με τη θέληση του Αχούρα Μάζντα, φράση που θα επαναληφθεί περί τις 50 φορές στο αφήγημα, ο Δαρείος, με τη βοήθεια 6 ευγενών από αριστοκρατικούς οίκους, σκοτώνει τον σφετεριστή στις 26 Σεπτεμβρίου στη Μηδία.

Μετά τα σχετικά με το φόνο του σφετεριστή, για τον οποίον πληροφορούμαστε γλαφυρότατα και από τον Ηρόδοτο, ο Δαρείος δίνει μία λίστα με τις επαρχίες που υπάκουσαν σε αυτόν και ύστερα μία ακόμη με τις εξεγερθείσες. Ενδεχομένως να πρόκεται για απόπειρα του Δαρείου να καταδείξει πως αμέσως μετά το θάνατο του σφετεριστή, όλη η αυτοκρατορία υπάκουσε σε αυτόν, και πως οι εξεγέρσεις που ακολούθησαν ήταν προσπάθειες ανατροπής μιας ήδη εγκαθιδρυμένης εξουσίας. Από το θάνατο του σφετεριστή στα τέλη του 522 πΧ και μέχρι την ολοκληρωτική επικράτηση του στα τέλη του 519 πΧ, ο Δαρείος περιγράφει το χρονικό της καταστολής όλων των εξεγέρσεων. Οι Ναβουχοδονόσορ Γ’, Φράντα, Ασσίνα, Βαγιάζντατα, Φραόρτης, Ξαθρίτα, Μαρτίγια, Χιθρατάχμα και Σκόυνξα, μορφές που απεικονίζονται στο ανάφλυφο του βράχου αλυσοδεμένες, είναι τα θύματα που θα γνωρίσουν την οργή του Δαρείου και την τιμωρία του Αχούρα Μάζντα. Σύντομα, η Περσία, το Ελάμ, η Βαβυλωνία, η Ασσυρία, η Αραβία, η Αίγυπτος, η Λυδία, η Μηδία, η Αρμενία, η Καππαδοκία, η Δραγιανή, η Αρία, η Χωρασμία, η Βακτρία, η Σογδία, τα Γάνδαρα, η Σκυθία, η Σαττυγυδία, η Αραχωσία και η Μάκα θα συναποτελέσουν τα όρια, μιας από τις μεγαλύτερες αυτοκρατορίες του αρχαίου κόσμου.

 Εντός αυτών των χωρών, αυτόν που βρισκόταν σε επαγρύπνηση και αυτόν που έπρεπε να επαινεθεί, τον επαίνεσα. Τον εχθρό, αυτόν που έπρεπε να τιμωρηθεί, τον τιμώρησα. Με τη θέληση του Αχούρα Μάζντα, οι χώρες αυτές σεβάστηκαν τους νόμους μου.

 Η ουσία της επιγραφής του Μπαχιστούν, είναι πολυεπίπεδη, καθώς περιγράφει στον αναγνώστη την αντίστοιχα πολυεπίπεδη θέληση ενός σπουδαίου ηγεμόνα. Ακόμη πριν από την επίσημη ανάληψη της εξουσίας, ο Δαρείος είναι αποφασισμένος για το μοναρχικό χαρακτήρα που οφείλει να διακατέχει την αυτοκρατορία. Μέσα σε διάστημα τριών χρόνων, κατάφερε να ασφαλίσει την εξουσία του από πληθώρα στάσεων και αποσχιστικών τάσεων και να θεμελιώσει την παντοδυναμία του μέσα από ενεπίγραφα μνημεία, με το λαμπρότερο όλων αυτό στο Μπαχιστούν. Εκτός του στρατιωτικού χαρακτήρα περιεχομένου, υπογραμμίζεται και ο ρόλος του Δαρείου ως οργάνου της θέλησης του Αχούρα Μάζντα, θεότητας που γιορτάστηκε, λατρεύτηκε και ουσιαστικά θεσμοθετήθηκε από τον Δαρείο και τους απογόνους του. Η ίδια η επιγραφή τώρα, φαίνεται επηρεασμένη από ουράρτιες, ασσυριακές και μηδικές βασιλικές επιγραφές, ενώ τμήματα της υποδηλώνουν ρίζες από την παλαιοπερσική προφορική λογοτεχνία. Με διάταγμα του, ο Δαρείος διανέμει αντίγραφα της επιγραφής σε όλη την αυτοκρατορία, τα οποία φαίνεται να χρησιμοποιούνται και σε μεταγενέστερα χρόνια από διαδόχους του.

 Η επιγραφή του Μπαχιστούν, αν και δε μεταφράζεται στα ελληνικά, αντιγράφεται σε επίσημες αχαιμενιδικές γλώσσες σε όλη την αυτοκρατορία, μολονότι δεν διατίθενται επαρκή στοιχεία για τα επίπεδα αλφαβητισμού των πληθυσμών. Πολλούς αιώνες αργότερα, κατά τη δυναστεία των Καζάρς, ξεκίνησαν οι πρώτες μελέτες και ανασκαφές των απομειναριών του αρχαίου προισλαμικού Ιράν, σε μια εποχή πολιτικής σταθερότητας και προόδου. Με πρωταγωνιστές τον Φαρσάτ αλ Ντοουλέχ Σιραζί και τον Μοχάμαντ Χασάν Χαν ε Ετμάντ Αλ Σαλτανέχ, αμφότεροι συνεργαζόμενοι με δυτικούς ερευνητές, αναδείχθηκε το αρχαίο περσικό παρελθόν, με αποτέλεσμα τη δημιουργία τάσεων για ένα νέο εθνικό ενδιαφέρον και μια νέα ιδεολογία και ταυτότητα της Περσίας.
 Εσυ, ο βασιλιάς του Μέλλοντος, προστάτεψε τον εαυτό σου από το ψέμα. Οποιος άνθρωπος εξαπατήσει, σε αυτόν αξίζει να τιμωρηθεί. Η δημιουργία του μνημείου στο Μπαχιστούν ήταν πρωτίστως μια πολιτική θέση. Το αφήγημα του Δαρείου, είναι ένα μήνυμα απευθυνόμενο προς όλη την αυτοκρατορία, προς όλον τον κόσμο, πως η εξαπάτηση και το ψέμα είναι εχθροί του Αχούρα Μάζντα, εχθροί των Αχαιμενιδών, εχθροί των υπηκόων και της ασφάλειας. 2500 χρόνια μετά, σε ένα απροσέγγιστο και φθαρμένο από το πέρασμα του χρόνου απότοκο της πράκης, η μνήμη διατηρείται για να υπενθυμίσει πως ο Δαρείος, ο μεγάλος βασιλιάς, ο βασιλιάς των βασιλέων, ο βασιλιάς της Περσίας, ο βασιλιάς των χωρών, ο γιός του Υστάσπη, ο εγγονός του Αρσάμη, ο Αχαιμενίς, άλλαξε τον κόσμο.